Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αρχική /Μέρος Β — Δημοσιεύματα ιατρικού και πολιτικού ενδιαφέροντος · 1958–1995

Β3. Εθνικό σύστημα υγείας

Προβλήματα – Προοπτικές – Προτάσεις

«Το κράτος μεριμνά διά την υγείαν των πολιτών»

Αρθρ. 21 παρ. 3 του Συντάγματος της Ελλάδας

Η πολιτεία μας έχει χρέος να μεριμνά για την καλύτερη προσφορά υπηρεσιών στον χώρο της υγείας. Είναι σε όλους γνωστό ότι η χώρα μας στον τομέα της υγείας αντιμετώπιζε πάντα οξύ πρόβλημα, όπως θα αντιμετωπίζει και στο μέλλον, εφόσον οι επιστημονικές και λαϊκές ανάγκες αυξάνουν.

Με αυτά τα δεδομένα, η πολιτεία οφείλει να αναλάβει κάποια πρωτοβουλία για μια ολοκληρωμένη και σωστή λύση του προβλήματος. Η παρούσα κυβέρνηση σχεδίασε και νομοθέτησε το 1983 με το Ν. 1397 ένα δικό της Ε.Σ.Υ., σύμφωνα με τις σοσιαλιστικές της διακηρύξεις και μέσα σε μία κλονιζόμενη μεικτή οικονομία. Έτσι, εδώ και ένα χρόνο άρχισε να εφαρμόζεται το πρόγραμμα του Ε.Σ.Υ., το οποίο προσπαθεί να ορθοποδήσει, χωρίς να το κατορθώσει έως τώρα. Οι ιατροί περιμένουν από ένα βρέφος στον χρόνο πάνω να περπατήσει, στην αντίθετη περίπτωση ψάχνουν να βρουν την πάθηση. Τα ίδια θα έλεγα ισχύουν και για το χρονιάρικο Ε.Σ.Υ. Πρέπει να βρούμε από τι πάσχει και πού πάσχει.

Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να επισημάνω τα πάσχοντα σημεία και να προτείνω θεραπεία. Επειδή, όμως, στην ιατρική ισχύει ο κανόνας ότι ένα καλό ιστορικό του αρρώστου ισούται με μισή διάγνωση, θα αναφερθώ με λίγα λόγια και στην εποχή γένεσης του Ε.Σ.Υ.

Είναι παγκόσμια γνωστό ότι για να πετύχει ο σχεδιασμός ενός σοβαρού προγράμματος για την υγεία, ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας, πρέπει να ισχύουν οι εξής προϋποθέσεις και κανόνες:

Β3.1.Πολιτική σταθερότητα

Η χώρα μας από παλιά, αλλά και σήμερα, δεν μπορεί να καυχηθεί για την πολιτική της σταθερότητα και τη μακροχρόνια παραμονή ενός κόμματος στην κυβέρνηση. Για ένα μεγάλο, όμως, και σοβαρό εθνικό θέμα, όπως είναι η υγεία του λαού μας, θα έπρεπε να υπάρχει συναίνεση των πολιτικών κομμάτων πάνω σε ένα πρόγραμμα λύσης του προβλήματος. Έτσι, δεν θα κατεδαφίζει η επόμενη κυβέρνηση ό,τι έκτισε η προηγούμενη, με συνέπεια απώλεια χρόνου, διπλές δαπάνες, αναστάτωση και ταλαιπωρία του λαού.

Στην Αγγλία το Ε.Σ.Υ. προτάθηκε από το Συντηρητικό Κόμμα το 1944 και το συνέχισε ο εργατικός ΒEVAN το 1945, όταν ανέλαβε υπουργός. Υπήρξε συμφωνία όλων των κομμάτων, γι’ αυτό και επιβίωσε μέχρι σήμερα. Εδώ, για το Ε.Σ.Υ. όχι μόνο δεν υπήρξε συναίνεση των πολιτικών κομμάτων, αλλά, ακόμη χειρότερα, μέσα σε μια μεικτή οικονομία, σχεδιάστηκε και θεμελιώθηκε πάνω σε σοσιαλιστικά πρότυπα. Έτσι, από την πρώτη κιόλας στιγμή εκδηλώθηκαν από τα άλλα κόμματα επιφυλάξεις για την επιτυχία του και διαφωνίες για τον σχεδιασμό και τους στόχους του.

Β3.2.Οικονομική σταθερότητα

Η χώρα μας βιώνει μια μεγάλη οικονομική κρίση, με υψηλό εξωτερικό χρέος του ύψους των 17 δισεκατομμυρίων δολαρίων, καθώς επίσης με εξίσου υψηλό εσωτερικό χρέος που προσεγγίζει στα 2 τρισεκατομμύρια δραχμές και με τεράστια ελλείμματα στον δημόσιο τομέα. Το Ε.Σ.Υ. ξεκίνησε σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση εφάρμοζε ένα πρόγραμμα σταθεροποίησης της οικονομίας μας, ένα πρόγραμμα λιτότητας.

Το ερώτημα είναι εύλογο: Πώς μπορεί να πετύχει ένα τόσο φιλόδοξο πρόγραμμα για την υγεία, έχοντας τα προαναφερθέντα δεδομένα; Οι κρατικές δαπάνες, 4% του Α.Ε.Π το 1982 και 5% σήμερα, είναι ιδιαίτερα χαμηλές, όταν άλλες ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν σχεδόν τα διπλάσια μόνο για τη συντήρηση, γιατί υποδομή έχουν (Αγγλία, Σουηδία, Ιταλία, Ολλανδία κτλ.).

Παραθέτω έναν πίνακα συγκριτικό με την κατά κεφαλή δαπάνη για την υγεία σε δραχμές, ο οποίος πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας.

ΠΙΝΑΚΑΣ

1982 ΗΠΑ 172.000 δρχ. κατά κεφαλή

« Ελβετία 140.700 « « «

« Σουηδία 125.580 « « «

« Δ. Γερμανία 124.950 « « «

« Καναδάς 115.240 « « «

« Νορβηγία 111.930 « « «

« Ολλανδία 111.090 « « «

« Γαλλία 105.630 « « «

« Δανία 103.320 « « «

« Φιλανδία 80.220 « « «

« Αγγλία 54.180 « « «

1986 Ελλάδα 12.600 « « «

« Υποανάπτυκτες χώρες 3.000 « « «

Στην ιεράρχηση των στόχων και των προτεραιοτήτων άμεσης ανάγκης, ούτε ρεαλισμός υπήρξε, ούτε χρονοδιάγραμμα πορείας του Προγράμματος, αντίστοιχο των αναγκών και των ελληνικών οικονομικών και εμψυχοδυναμικών δυνατοτήτων. Ο στόχος της πρωτοβάθμιας περίθαλψης δεν είναι από μόνος του αρκετός για να λύσει το πρόβλημα.

Β3.3.Διάλογος ανάμεσα στους ενδιαφερόμενους φορείς

Δεν υπήρξε καθολικός διάλογος με τους άμεσα ενδιαφερομένους. Ο διάλογος περιορίστηκε σε έναν κλειστό κύκλο, έγινε βεβιασμένα και ακούστηκε η φωνή μιας μερίδας μόνο γιατρών φιλικά προσκείμενων προς την κυβέρνηση. Αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν, από την πρώτη κιόλας στιγμή της εφαρμογής του προγράμματος του Ε.Σ.Υ., νέα σοβαρά προβλήματα στον χώρο της υγείας με τους νοσοκομειακούς ιατρούς αποκλειστικής απασχόλησης. Αλλά η υγεία μας δεν έπασχε από τις εργασιακές σχέσεις των νοσοκομειακών ιατρών, όπως δεν θα θεραπευτεί με την αλλαγή των σχέσεων αυτών. Αλλού είναι το πάσχον όργανο, όπως θα δούμε παρακάτω. Τον λαό μας, άλλωστε, δεν τον ενδιαφέρει τι είδους εργασιακές σχέσεις υπάρχουν μεταξύ νοσοκομειακών ιατρών και κράτους, τον ενδιαφέρει η εύρυθμη λειτουργία των νοσοκομείων, η παροχή υπηρεσιών υγείας υψηλής ποιότητας, η άνετη και ανθρώπινη νοσηλεία, την οποία στερείται σήμερα, παρά τη φιλότιμη προσπάθεια των ιατρών. Και θα εξακολουθήσει να τη στερείται, είτε ο ιατρός είναι αποκλειστικής είτε μερικής απασχόλησης, λόγω σοβαρής έλλειψης νοσοκομειακής υποδομής.

Αλλά και για τους μη ενταγμένους στο Ε.Σ.Υ. ιατρούς, τους ελεύθερους ιδιώτες, που ανέρχονται στα 2/3 του συνόλου των 30.000 σημερινών ιατρών, δεν έχει ληφθεί καμία μέριμνα από το Ε.Σ.Υ. Οι ιατροί αυτοί αντιμετωπίζουν αβεβαιότητα και αφανισμό σε περίπτωση που κατευθυνθούν όλοι οι ασφαλισμένοι ασθενείς στα Κ.Υ. των πόλεων και στα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων. Το πρόγραμμα του Ε.Σ.Υ. δεν λαμβάνει μέριμνα για τους χιλιάδες εργαζόμενους (παραϊατρικό και βοηθητικό προσωπικό) στην ελεύθερη ιατρική πρωτοβουλία. Αδιαφορεί και για τους νέους ιατρούς που θα αποφοιτήσουν από τις ιατρικές σχολές της χώρας μας και οι οποίοι θα έρθουν αντιμέτωποι με ένα Ε.Σ.Υ. κατειλημμένο από μόνιμους ιατρούς και με μια ανύπαρκτη ιδιωτική πελατεία.

Ίσως οι εμπνευστές του Ε.Σ.Υ. να πίστεψαν ότι μέσα στο καλλιεργούμενο σήμερα αντιιατρικό κλίμα θα μπορούσαν να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη. Λάθος εκτίμησης. Ο λαός μας, που πρώτος θα δυσαρεστηθεί, λέει ότι ομελέτα χωρίς αυγά δε γίνεται. Και η Ιπποκράτειος ρήση αναφέρει το «Ιατρός γαρ ανήρ πολλών αντάξιος άλλων», Ιλιάδα 514.

Συμπέρασμα: Χωρίς τη συνεργασία των πρωταγωνιστών ιατρών, το Ε.Σ.Υ. δεν περπατάει και δεν θα μπορέσει να λύσει το πρόβλημα.

Β3.4.Υποδομή

Αναφέρω την υποδομή που είχαμε το 1982, τον χρόνο, δηλαδή, σχεδιασμού του Ε.Σ.Υ.

α) Τεχνική υποδομή

Η Ελλάδα το 1982 διέθετε 32.247 (55,57%) κρεβάτια σε δημόσια νοσηλευτήρια και 25.782 (44,43%) σε ιδιωτικά. Σύνολο 58.029 κρεβάτια. Σήμερα με το κλείσιμο πολλών ιδιωτικών κλινικών ελαττώθηκαν, παρά την ελάχιστη αύξηση των κρατικών. Συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες υστερούμε αφάνταστα, όταν η Σουηδία με μικρότερο πληθυσμό διαθέτει 150.000, η Αγγλία 550.000, η Ελβετία 70.000, η Γαλλία 720.000 και η Δ. Γερμανία 750.000 νοσηλευτικά κρεβάτια. Αλλά και οι ανατολικές χώρες, όπως η Βουλγαρία, η Λ.Δ. Γερμανίας, η Ρωσία έχουν διπλάσιο αριθμό κλινών, απ’ ό,τι έχουμε εμείς. Και αν ακόμη επαληθευθούν οι προβλέψεις του Ε.Σ.Υ. και το 1988 ανέλθουν τα δημόσια κρεβάτια στα 46.220, μαζί με αυτά του ΙΚΑ και των στρατιωτικών νοσοκομείων, πάλι η διαφορά μας θα είναι μεγάλη και ο χρόνος μακρύς για να φθάσουμε τον στόχο μας. Η χαμηλή αναλογία κρεβατιών ανά κάτοικο που υπάρχει στη χώρα μας, εκτός των άλλων, εξηγεί γιατί το ελληνικό δαιμόνιο εφηύρε τα νοσοκομειακά ράντζα.

Συνεπώς, με τα δεδομένα αυτά, για να καλυφθούν οι ανάγκες νοσηλείας από τον κρατικό μόνο φορέα, το Ε.Σ.Υ., θα πρέπει να τριπλασιάσουμε τον σημερινό αριθμό δημόσιων κρεβατιών. Όμως, είναι γνωστό ότι για ένα τέτοιο πρόγραμμα απαιτείται όχι μόνο χρόνος πολύς, αλλά και δαπάνες μεγάλες. Γνωρίζουμε σήμερα ότι για να ολοκληρωθεί ένα νοσοκομείο απαιτείται τουλάχιστον μία πενταετία και η δαπάνη κατασκευής ανά κρεβάτι είναι πάνω από 10.000.000 δραχμές για τα επαρχιακά και 15.000.000 έως 17.000.000 δραχμές για τα τριτοβάθμια των μεγάλων πόλεων. Δεν γνωρίζουμε να υπάρχει οικονομικοτεχνική μελέτη για ένα τόσο μεγάλο και σοβαρό εγχείρημα.

Παρά τις ελλείψεις αυτές, αποφασίστηκε με τον νόμο του Ε.Σ.Υ. η απαγόρευση ίδρυσης ιδιωτικών νοσηλευτηρίων, γεγονός που δηλώνει την απόφαση της σημερινής κυβέρνησης να αναλάβει εξ’ ολοκλήρου μελλοντικά ο κρατικός φορέας την υγεία του λαού μας.

β) Εμψυχοδυναμική υποδομή (ιατροί, βοηθητικό προσωπικό)

Ιατροί

Το 1982 η Ελλάδα διέθετε 24.500 ιατρούς (σήμερα φθάνουν τις 30.000), με αναλογία ένας ιατρός ανά 415 κατοίκους, ενώ ο διεθνής δείκτης στις χώρες της ΕΟΚ ήταν ένας ιατρός ανά 576 κατοίκους. Υπήρχε, όμως, άνιση χωροταξική κατανομή και έλλειψη ειδικών ιατρών. Υπερέχουμε, βλέπετε, σε ιατρούς, όχι μόνο σε αριθμό, αλλά και σε στάθμη επιστημονική, με ειδικότητες, μεταπτυχιακές σπουδές κτλ., πράγμα που οφείλεται στην υπάρχουσα ιδιωτική πρωτοβουλία.

Παραϊατρικό προσωπικό

Το 1982 στη χώρα μας λειτουργούσαν 11 σχολές 3ετούς και 17 σχολές 2ετούς φοίτησης, από τις οποίες αποφοιτούσαν ετήσια 1.500 αδελφές νοσοκόμες. Η χώρα μας τον ίδιο χρόνο διέθετε 19.803 νοσηλευτές, από τους οποίους οι 10.983 ήταν απόφοιτοι σχολών και οι 8.820 πρακτικές αδελφές. Η αναλογία ιατρού προς νοσηλευτικό προσωπικό στη χώρα μας το 1982 ήταν ένας ιατρός ανά 0,9 νοσοκόμες, ενώ διεθνώς ήταν ένας ιατρός ανά 2,3 νοσοκόμες.

Συνεπώς για να καλύψουμε τις ανάγκες μας, με βάση τα διεθνή στάνταρ, πρέπει να εξασφαλίσουμε ακόμη άλλα 40.000 άτομα νοσηλευτικό προσωπικό. Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται μία δεκαετία περίπου, έχοντας το σημερινό δεδομένο των 3.500 με 4.000 αποφοίτων των σχολών ετησίως. Από τα αναφερθέντα προκύπτει ότι κατά τον σχεδιασμό του Ε.Σ.Υ. δεν ελήφθησαν σοβαρά υπόψη οι 4 βασικές προϋποθέσεις που αναφέραμε. Δεν επικράτησε επίσης ρεαλισμός στον προγραμματισμό, σύμφωνα με την υπάρχουσα υποδομή και τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας μας. Έτσι το Ε.Σ.Υ., που ιδρύθηκε το 1983, ήταν προβληματικό από τη γέννησή του.

Κατά τη γνώμη μου, παρά τις ελλείψεις που είχαμε, έπρεπε η πολιτεία να αναλάβει πρωτοβουλία για τη θεραπεία των προβλημάτων στον χώρο της υγείας. Συμφωνώ με την πρωτοβουλία, διαφωνώ όμως ως προς τον σχεδιασμό, τη θεμελίωση και τον στόχο του σημερινού Ε.Σ.Υ., γιατί πολλαπλασιάζει αντί να λύνει τα υπάρχοντα προβλήματα στον χώρο της υγείας.

Εδώ δεν πρέπει να παραλείψω και ορισμένα θετικά σημεία του Ε.Σ.Υ., όπως είναι τα Κέντρα Υγείας (Κ.Υ.) στην περιφέρεια, καθώς και η αναβάθμιση των πρώην αγροτικών ιατρείων σε περιφερειακά και σε βάση 24ωρης λειτουργίας. Στα δύο αυτά θετικά σημεία υπάρχει και πολιτική συγκατάθεση. Γιατί τα μεν αγροτικά ιατρεία τα βρήκε η παρούσα κυβέρνηση, τα δε Κ.Υ. είναι θεσμός που υιοθετήθηκε από τους προκατόχους της, οι οποίοι ίδρυσαν το πρώτο πρότυπο Κ.Υ. στο Ζαγκλιβέρι της Θεσσαλονίκης, που εξυπηρετεί τη γύρω περιοχή. Αυτά για την ιστορία. Όμως σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νεοσύστατο Ε.Σ.Υ. με περισσότερα αρνητικά και λιγότερα θετικά σημεία, το οποίο για να επιβιώσει προς όφελος του λαού μας και αυτών που εργάζονται για την υγεία, πρέπει να αναθεωρηθεί ως σύστημα.

Β3.5.Προτάσεις

Για να επιβιώσει και να πετύχει αυτό το Ε.Σ.Υ., πρέπει να αναθεωρηθεί εκ θεμελίων. Να στηριχθεί όχι στο ένα μόνο πόδι, το δημόσιο, αλλά και στα δύο του πόδια, χρησιμοποιώντας συγχρόνως και τον ιδιωτικό φορέα στον χώρο της υγείας. Η αναθεώρηση αυτή πρέπει να θεωρηθεί απαραίτητη για να βελτιωθούν και όχι να υποβαθμισθούν οι προσφερόμενες σήμερα υπηρεσίες στον χώρο της υγείας. Η επικουρική συνύπαρξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας με δυνατότητες ταμειακών αμοιβών κρίνεται αναγκαία για την εξυπηρέτηση των ασφαλισμένων ασθενών. Θα αναφερθώ στον Γάλλο υπουργό υγείας, κομμουνιστή Jack Ralite στην Κυβέρνηση Mitterrand το 1982, που δήλωνε ότι δεν θεωρεί τον ιδιωτικό τομέα στην υγεία ως ανταγωνιστικό, αλλά ως συμπληρωματικό. Λίγο αργότερα, προστέθηκε στον χάρτη υγείας που συνέταξε η κυβέρνησή του πως «τα ιδιωτικά ιδρύματα είναι αναπόσπαστο μέρος του γαλλικού συστήματος υγείας».

Είναι απορίας άξιον, πώς άνθρωποι, που είναι πολέμιοι των μονοπωλίων, αποφασίζουν το μονοπώλιο της υγείας του λαού μας από το κράτος, την ώρα μάλιστα που και οι ανατολικές χώρες αποδέχονται την ελευθερία επιλογής και την ύπαρξη κινήτρων για σωστά αμειβόμενη εργασία. Τι πρέπει όμως να αλλάξει;

α) Δικαίωμα ελεύθερης επιλογής ιατρού ή θεραπευτηρίου από το Ε.Σ.Υ. (Δημόσιο) ή από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Αυτό πρέπει να θεωρηθεί βασικός κανόνας, όχι μόνο για την επιτυχία του Ε.Σ.Υ., αλλά και για την προαγωγή της ιατρικής επιστήμης, την προώθηση της άμιλλας στον τομέα υγείας, την κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας.

β) Χρησιμοποίηση κλινών ιδιωτικών νοσηλευτηρίων, παράλληλα και επικουρικά με αυτές των δημοσίων νοσοκομείων, για τους ασφαλισμένους όλων των ταμείων, συμπεριλαμβανομένου και του Ο.Γ.Α., σε όλη τη χώρα μας. Επιβάλλεται η επικουρική συμμετοχή ιδιωτικών νοσηλευτηρίων (δορυφόρα) στις εφημερίες κρατικών νοσοκομείων. Έτσι θα επιτευχθεί αποσυμφόρηση των υπερπληρωμένων δημόσιων νοσοκομείων, θα αποκατασταθεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια των νοσηλευομένων, θα ανασάνουν οι νοσοκομειακοί ιατροί, θα δουλέψουν καλύτερα και αποδοτικότερα και θα ξαναγίνουν πάλι διάδρομοι οι σημερινοί θαλαμοδιάδρομοι των νοσοκομείων. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα ελευθερωθούν κρεβάτια και θα ωφεληθεί οικονομικά και το κράτος, αφού το ημερήσιο νοσήλιο των νοσοκομείων ανέρχεται περίπου στις 15.000 δρχ., ενώ αντίθετα στα ιδιωτικά νοσηλευτήρια κοστίζει 1.200 έως 2.000 δρχ. περίπου.

γ) Αναθεώρηση του θεσμού του νοσοκομειακού ιατρού αποκλειστικής απασχόλησης. Το πρόβλημα που δημιουργήθηκε εξαρχής μπορεί να λυθεί, αν αρχίσει αμέσως διάλογος μεταξύ των υπευθύνων συνδικαλιστικών οργάνων των γιατρών (Π.Ι.Σ.) και του Υπουργείου Υγείας, με την παρουσία αντιπροσώπων των πολιτικών κομμάτων. Είναι ο δρόμος για να βρεθεί η χρυσή τομή στη λύση του προβλήματος, να επανδρωθεί το Ε.Σ.Υ. με ειδικούς ιατρούς, τους οποίους έχει απόλυτη ανάγκη σήμερα. Πιστεύω ότι η εθελοντική αποκλειστική και μερική απασχόληση θα συμβιβάσει τα πράγματα.

δ) Ο θεσμός των Κέντρων Υγείας πρέπει να πετύχει. Υπάρχει, όμως, δυσχέρεια στη στελέχωσή του με ειδικούς γιατρούς και ειδικό παραϊατρικό προσωπικό. Ο θεσμός μπορεί να προχωρήσει ικανοποιητικά, αν ισχύσουν τα αναφερόμενα στην παραπάνω πρότασή μου. Αλλιώς, με τη βεβιασμένη συμπλήρωση των κενών από τους ανειδίκευτους ιατρούς των αγροτικών ιατρείων και του ΙΚΑ, κινδυνεύουν να γίνουν τα Κ.Υ. σταθμοί διακομιδής ασθενών και να χάσουν τον σοβαρό προορισμό τους. Είναι απαραίτητο να γίνει ένα χρονοδιάγραμμα σωστού προγραμματισμού και σταδιακής ολοκλήρωσης των Κ.Υ., ανάλογα με τις ανάγκες και τις προτεραιότητες της περιφέρειας.

ε) Η αύξηση του αριθμού των δημόσιων νοσοκομείων πρέπει να είναι ένας από τους πρώτους στόχους του Ε.Σ.Υ., ώστε να φθάσουμε κάποτε στη διεθνή αναλογία ασθενών ανά κλίνη. Είναι η αχίλλειος πτέρνα του Ε.Σ.Υ. Επιβάλλεται να καταρτιστεί ένα πρόγραμμα μακροχρόνιο, που να ανταποκρίνεται στην ελληνική πραγματικότητα και στους χρόνους κατασκευής, ώστε μέσα σε δύο έως τρεις δεκαετίες να είναι σε θέση το κράτος να καλύψει και μόνο του τις νοσηλευτικές ανάγκες της χώρας μας. Και όταν μιλάμε για νοσοκομεία, εννοούμε και τους απαραίτητους χώρους για εξωτερικά ιατρεία και εργαστήρια, τα οποία θα εξυπηρετούν τους εξωνοσοκομειακά εξεταζόμενους ασθενείς.

στ) Η ταχύρρυθμη εκπαίδευση νοσηλευτικού και παραϊατρικού προσωπικού, ώστε να καλυφθούν οι τεράστιες ελλείψεις του Ε.Σ.Υ., μαζί με τον προγραμματισμό των αναγκαίων ειδικοτήτων των ιατρών, είναι επίσης επιβεβλημένη.

ζ) Η αεροδιακομιδή των επειγόντων περιστατικών στα εφημερεύοντα νοσοκομεία καθίσταται αναγκαία σήμερα. Με τους ελληνικούς δρόμους, τη μεγάλη κίνηση οχημάτων, ιδιαίτερα σε περιόδους τουριστικής αιχμής, βραδύνει επικίνδυνα η μεταφορά ασθενών με νοσοκομειακά οχήματα. Όταν σήμερα η ιδιωτική πρωτοβουλία εξυπηρετεί τους συνδρομητές ασφαλισμένους της διακομίζοντας τους ασθενείς με ελικόπτερα (EXPRESS SERVICE), γιατί να υστερήσει το κράτος;

η) Αύξηση των δαπανών για την υγεία. Με το 5% του Α.Ε.Π. που διαθέτουμε, δεν μπορεί να πετύχει ένα τόσο μεγαλεπήβολο πρόγραμμα, ένα πραγματικό Εθνικό Σύστημα Υγείας, και μάλιστα με τις σημερινές τεράστιες ελλείψεις υποδομής.

Τελειώνοντας, έχω την ελπίδα ότι η επισήμανση των βασικών προβλημάτων και οι προτάσεις μου συμβάλλουν σε μια σωστή διάγνωση των πασχόντων οργάνων του Ε.Σ.Υ. Στον αρμόδιο Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας εναπόκειται η αξιοποίησή τους, για μια ορθή θεραπεία, και στην Κυβέρνηση το θαρραλέο βήμα για την αύξηση των δαπανών, τώρα μάλιστα που η ΕΟΚ χρηματοδοτεί με σοβαρά ποσά το νοσοκομειακό μας πρόγραμμα.

Ας θυμηθούμε ξανά τον Disraeli που έγραφε: «Αι διά την Υγιεινήν δαπάναι δέον να παύσωσι λογιζόμεναι ως σπατάλαι, τουναντίον δε πρέπει να θεωρούνται ως επικερδής επένδυσις χρημάτων, η οποία θα δώση πλούσια μερίσματα εις το μέλλον».

Άρθρο στο περιοδικό «ΜΕΛΕΤΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ» τον Νοέμβριο του 1987

Άνοιγμα σε πλήρη ανάλυση